casse-tête

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

casse-tête (fr) αρσενικό

  1. η σπαζοκεφαλιά

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Ο πληθυντικός του casse-tête είναι:
  • casse-tête (παραδοσιακή ορθογραφία)
ή