Μετάβαση στο περιεχόμενο

cast

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cast casts

cast (en)

  1. (θέατρο, κινηματογράφος, τηλεόραση) το καστ, το σύνολο των ηθοποιών που συμμετέχουν σε μια παράσταση
  2. το καλούπι, ένα δοχείο με συγκεκριμένο σχήμα που χρησιμοποιείται για την κατασκευή ενός αντικειμένου
    παράδειγμα  a single-use cast - καλούπι μιας χρήσης
     συνώνυμα: mould
  3. η αποτύπωση από ή σε καλούπι
  4. η ριξιά
    παράδειγμα  a cast of the die - μια ριξιά στα ζάρια
  5. το γύψος για κατάγματα
    παράδειγμα  They put his hand in a cast.
    Έβαλαν το χέρι του στο γύψο.
ενεστώτας cast
γ΄ ενικό ενεστώτα casts
αόριστος cast
παθητική μετοχή cast
ενεργητική μετοχή casting
αγγλικά ανώμαλα ρήματα

cast (en)

  1. (μεταβατικό) ρίχνω, κοιτάζω, χαμογελώ κτλ. προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση
    παράδειγμα  I cast my eye on someone or something.
    Ρίχνω τα μάτια μου σε κάποιον ή κάτι.
    παράδειγμα  She cast him a look that paralyzed him.
    Του έριξε μια ματιά που τον παρέλυσε.
  2. (μεταβατικό, κυριολεκτικά) σκιάζω, ρίχνω σκιά ή φως, κάνω το φως, μια σκιά κτλ. να εμφανίζεται σε ένα συγκεκριμένο μέρος
    παράδειγμα  This tree casts a shadow on the house.
    Αυτό το δέντρο σκιάζει το σπίτι.
  3. (μεταβατικό, μεταφορικά) ρίχνω σκιά πάνω σε κάτι, λέω, κάνω ή προτείνω κάτι που κάνει τους ανθρώπους να αμφιβάλλουν για μένα ή να πιστεύουν ότι είμαι λιγότερο ειλικρινής, καλός κτλ.
    παράδειγμα  This casts a shadow over his reputation.
    Αυτό ρίχνει μια σκιά πάνω στην υπόληψή του.
    παράδειγμα  A new war cast its shadow over Europe.
    Ένας νέος πόλεμος έριχνε τον ίσκιο του πάνω από την Ευρώπη.
    παράδειγμα  The news cast a chill on the class.
    Τα νέα έριξαν μια παγωμάρα στην τάξη.
  4. (μεταβατικό) ρίχνω την ψήφο, ψηφίζω κάποιον ή κάτι
    παράδειγμα  I am casting my vote.
    Ρίχνω την ψήφο μου.
  5. (μεταβατικό και αμετάβατο) ρίχνω τη μια άκρη μιας πετονιάς ή ενός δικτύου σε ένα ποτάμι κτλ.
    παράδειγμα  I cast the nets (into the water).
    Ρίχνω τα δίκτυα.
  6. (μεταβατικό, λογοτεχνικό) ρίχνω, πετάω κάποιον ή κάτι κάπου, ειδικά χρησιμοποιώντας δύναμη
    παράδειγμα  Who is going to cast the first stone?
    Ποιος θα ρίξει τον πρώτο λίθο;
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη throw
  7. (μεταβατικό) ρίχνω, ένα φίδι ρίχνει το δέρμα του, το δέρμα βγαίνει ως μέρος μιας φυσικής διαδικασίας
    παράδειγμα  Snakes cast their skins.
    Τα φίδια ρίχνουν το δέρμα τους.
     συνώνυμα: shed
  8. καλουπώνω ή φτιάχνω καλούπι
    • βάζω γύψο σε μέλος με κάταγμα
  9. (πληροφορική) μεταβάλω τον τύπο δεδομένων (data type) μιας μεταβλητής (variable)

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]