caustic

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

caustic (en)

  1. καυστικός
  2. (μεταφορικά) καυστικός (για γλώσσα, σχόλιο κλπ)