cavaleur

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

cavaleur < cavaler + -eur

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cavaleur cavaleurs

cavaleur (fr) αρσενικό

  1. γυναικάς