Μετάβαση στο περιεχόμενο

cedo

Από Βικιλεξικό

Λατινικά (la)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
cedo < πρωτοϊταλική *kezdō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *ḱiesdʰ- (απομακρύνω)

cedo (la)


Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]

Επίρρημα

[επεξεργασία]

cedo (pt)