cendrée

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cendrée cendrées

cendrée (fr) θηλυκό

  1. αφρός μόλυβδου
  2. μικρή σφαίρα από μόλυβδο για το κυνήγι μικρών ζώων ή πτηνών
  3. μικρή βαρύδι από μόλυβδο για τις πετονιές
  4. υλικό με βάση ορυκτό γαιάνθρακα που καλύπτει τις πίστες αγώνων στα στάδια
  5. η πίστα αγώνα δρόμου σε στάδιο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: cendre

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

cendrée (fr)