centigramme

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

centigramme < centi- + gramme

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
centigramme centigrammes

centigramme (fr) αρσενικό

  1. το εκατοστόγραμμο (cg)