Μετάβαση στο περιεχόμενο

centralisation

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
centralisation centralisations

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

centralisation (en)