centralized

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

centralized (en)

  • αόριστος και παθητική μετοχή του ρήματος centralize

Επίθετο[επεξεργασία]

centralized (en)

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πολυλεκτικοί όροι[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • centralized στην αγγλική Βικιπαίδεια Άρθρο στην αγγλική Βικιπαίδεια