Μετάβαση στο περιεχόμενο

cenzúra

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: cenzura

Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cenzúra (sk) θηλυκό

  • cenzúra - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025