cerebrum

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

cerebrum < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱara-, *ḱeras-, *ḱrās- (“κεφάλι”), συγγενές με το (λατινικά) cervix (“λαιμός”), με το (αρχαία ελληνική ) κάρα, το (σανσκριτικά) शिर (śira, “κεφάλι, κρανίο”), το (χεττιτική γλώσσα) harsar (“κεφάλι”) και το (αγγλοσαξονικά) hærn (“μυαλό)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cerebrum (la) ουδέτερο

  1. (ιατρική), (ανατομία), (εγκέφαλος) ο άνω εγκέφαλος, ο ανώτερος εγκέφαλος, ο άνωνους, τα ανώτερα εγκεφαλικά τμήματα πλην της παρεγκεφαλίδας και του εγκεφαλικού στελέχους, (κερίβρο, σερίμπρο)
  2. (δεν χρησιμοποιείται) ο εγκέφαλος
  3. (δεν χρησιμοποιείται) το κρανίο, το κεφάλι

Nuvola apps noatun.png Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική cerebrum cerebra
γενική cerebrī cerebrōrum
δοτική cerebrō cerebrīs
αιτιατική cerebrum cerebra
κλητική cerebrum cerebra
αφαιρετική cerebrō cerebrīs
(β' κλίση)