cervix

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

cervix (en)

  1. o τράχηλος (ο λαιμός)
  2. ο τράχηλος της μήτρας