chèvrefeuille
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| chèvrefeuille | chèvrefeuilles |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- chèvrefeuille < παλαιά γαλλική chievrefeuil < υστερολατινική caprifolium
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʃɛ.vʁə.fœj/
- ⓘ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]chèvrefeuille (fr) αρσενικό