chèvrerie

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chèvrerie chèvreries

chèvrerie (fr) θηλυκό

  1. κατάστημα που πουλά διάφορα προϊόντα με βάση το κατσικίσιο γάλα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: chèvre