Μετάβαση στο περιεχόμενο

chagrin

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

chagrin (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʃa.ɡʁɛ̃/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chagrin chagrins

chagrin (fr)

Συγγενικά

[επεξεργασία]