Μετάβαση στο περιεχόμενο

chairperson

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chairperson chairpersons / chairpeople

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
chairperson < chair + person

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

chairperson (en)

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]