chalet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chalet (fr) αρσενικό

  • σαλέ, εξοχικό σπίτι στο βουνό