chamelier

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

chamelier < chamel, chameau

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʃa.mə.lje/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
chamelier chameliers

chamelier (fr) αρσενικό

Συγγενικά[επεξεργασία]