Μετάβαση στο περιεχόμενο

chantage

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chantage chantages

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

chantage (fr) αρσενικό