chanvre

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

chanvre < λαϊκή λατινική, canapus < προβηγκιακή, canebe < λατινική cannabis

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ʃɑ̃vʁ/
chanvre 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chanvre chanvres

chanvre (fr) αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]