chap

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chap (en)

  1. (οικείο) ένας τυπάς, ένας τύπος

Συνώνυμα[επεξεργασία]