chap
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| chap | chaps |
chap (en)
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | chap |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | chaps |
| αόριστος | chapped |
| παθητική μετοχή | chapped |
| ενεργητική μετοχή | chapping |
chap (en)
Πηγές
[επεξεργασία]- chap - Oxford Learner's Dictionaries
- Stavropoulos, D N (2008). Stavropoulos, G N. ed. Oxford Greek-English Learner's Dictionary (Revised έκδοση). Oxford: Oxford University Press. σελ. 791-792. ISBN 9780194325684., λήμμα: σκάζω