chaparro
Εμφάνιση
Ισπανικά (es)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /t͡ʃaˈpa.ro/
Επίθετο
[επεξεργασία]| ενικός | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | chaparro | chaparros |
| θηλυκό | chaparra | chaparras |
chaparro (es) αρσενικό
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| chaparro | chaparros |
chaparro (es) αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- chaparro - DLE (Diccionario de la lengua española [Λεξικό της ισπανικής γλώσσας] (στα ισπανικά, για τα καστιλιάνικα ισπανικά), RAE (Real Academia Española [Βασιλική Ακαδημία της Ισπανίας]), Edición del Tricentenario [23η έκδοση], 2014.
Πορτογαλικά (pt)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| chaparro | chaparros |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ʃɐˈpa.ʁu/ (Πορτογαλία)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]chaparro (pt) αρσενικό
Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα βασκικά (ισπανικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (ισπανικά)
- Ισπανική γλώσσα
- Επίθετα (ισπανικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ισπανικά)
- Ουσιαστικά (ισπανικά)
- Βοτανική (ισπανικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ισπανικά (πορτογαλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (πορτογαλικά)
- Πορτογαλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (πορτογαλικά)
- Βοτανική (πορτογαλικά)