Μετάβαση στο περιεχόμενο

chaparro

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Chaparro

Ισπανικά (es)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

chaparro < βασκική txaparro

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /t͡ʃaˈpa.ro/

Επίθετο

[επεξεργασία]
ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό chaparro chaparros
θηλυκό chaparra chaparras

chaparro (es) αρσενικό

  1. στρουμπουλός
    ≈ συνώνυμα: rechoncho
  2. κοντός
    παράδειγμα  Ese chico es chaparro pero muy ágil, nadie lo alcanza cuando corre.
    Αυτό το αγόρι είναι κοντό αλλά πολύ ευκίνητο, κανείς δεν τον φτάνει όταν τρέχει.
    ≈ συνώνυμα: regordete

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
chaparro chaparros

chaparro (es) αρσενικό



Πορτογαλικά (pt)

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
chaparro chaparros

Ετυμολογία

[επεξεργασία]

chaparro < ισπανική chaparro

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʃɐˈpa.ʁu/ (Πορτογαλία)
ΔΦΑ : /ʃaˈpa.ʁu/ (Βραζιλία)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

chaparro (pt) αρσενικό