chapeau
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| chapeau | chapeaux |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- chapeau < παλαιά γαλλική chapel
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]chapeau (fr)
- το καπέλλο