chastise

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

chastise (en)

  1. τιμωρώ (ακόμη και με ξυλοδαρμό)
  2. επιτιμώ κάποιον, τον μαλώνω, τον επιπλήττω αυστηρά

Συνώνυμα[επεξεργασία]