Μετάβαση στο περιεχόμενο

chaudière

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ʃo.djɛʁ/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chaudière chaudières

chaudière (fr) θηλυκό