chausson

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chausson (fr)

  1. παντόφλα
  2. είδος κάλτσας

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]