Μετάβαση στο περιεχόμενο

chavirage

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chavirage chavirages

chavirage (fr) αρσενικό