chemin

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

chemin 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chemin chemins

chemin (fr) αρσενικό

  1. ο δρόμος
  2. (ειδικότερα) ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσω για να φτάσω κάπου
    il a perdu son chemin - έχασε το δρόμο του

Παροιμίες[επεξεργασία]

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]