chenal

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chenal chenaux

chenal (fr) αρσενικό

  1. το πλωτό μέρος ενός ποταμού, καναλιού, κ.α., πάνω στο οποίο ένα πλοίο δεν κινδυνεύει να προσαράξει