chenil

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

chenil < λατινική canile < canis (σκύλος)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chenil chenils

chenil (fr) αρσενικό

  1. κυνοτροφείο
  2. χώρος όπου μένουν τα κυνηγετικά σκυλιά
  3. (μεταφορικά) (οικείο) βρόμικος και ακατάστατος χώρος