cherry picker

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Πολυλεκτικός όρος[επεξεργασία]

cherry picker (en)

  1. μηχανικός ανυψωτήρας, ανυψωτικός γερανός, ανυψωτής
  2. κάποιος που συλλέγει κεράσια