chestnut
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]chestnut (en)
- (δέντρο) η καστανιά
- (ξηρός καρπός) το κάστανο
Επίθετο
[επεξεργασία]chestnut (en)
- καστανός
- που περιέχει κάστανο, που έχει παραχθεί από κάστανο