chevalet

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chevalet chevalets

chevalet (fr) αρσενικό

  1. καβαλέτο
  2. (μουσική) εξάρτημα που ανυψώνει ελαφρά τις χορδές ενός οργάνου
  3. στο σκραμπλ, εξάρτημα όπου ο παίκτης τοποθετεί τα γράμματά του