Μετάβαση στο περιεχόμενο

chew over

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας chew over
γ΄ ενικό ενεστώτα chews over
αόριστος chewed over
παθητική μετοχή chewed over
ενεργητική μετοχή chewing over

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
chew over <  δείτε τις λέξεις chew και over

chew over (en) (μεταβατικό)

  • συλλογίζομαι, μελετώ, σκέφτομαι ή συζητώ κάτι αργά και προσεκτικά
    παράδειγμα  Let me chew it over a little.
    Άσε με να το συλλογιστώ λίγο.
    παράδειγμα  I’ll chew it over and let you know.
    Θα το μελετήσω και θα σου πω.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη ponder