chew over
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | chew over |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | chews over |
| αόριστος | chewed over |
| παθητική μετοχή | chewed over |
| ενεργητική μετοχή | chewing over |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]chew over (en) (μεταβατικό)
- συλλογίζομαι, μελετώ, σκέφτομαι ή συζητώ κάτι αργά και προσεκτικά