chez-soi

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

chez-soi < chez + soi

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chez-soi (fr) αρσενικό άκλιτο

  1. (με συναισθηματική έννοια) το σπίτι του καθενός, το σπίτι μας