chimiothérapie

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

chimiothérapie < chimio- + thérapie

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chimiothérapie chimiothérapies

chimiothérapie (fr) θηλυκό

  1. η χημειοθεραπεία

Σημειώσεις[επεξεργασία]

Στην καθομιλουμένη, συνηθίζεται να λέγεται chimio.