chimiquier

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

chimiquier < chimique

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chimiquier chimiquiers

chimiquier (fr) αρσενικό

  1. (ναυτικός όρος) πλοίο ειδικά κατασκευασμένο για τη μεταφορά χημικών ουσιών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: chimie