Μετάβαση στο περιεχόμενο

chlorophylle

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
chlorophylle chlorophylles

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

chlorophylle (fr) θηλυκό