choc

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
choc chocs

choc (fr) αρσενικό

  1. η κρούση
  2. η σύγκρουση
  3. το σοκ