Μετάβαση στο περιεχόμενο

cholesterol

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: cholestérol

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cholesterol (en)

  1. χοληστερίνη, χοληστερόλη



Πολωνικά (pl)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
cholesterol < αγγλική cholesterol

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˌxɔlɛˈstɛrɔl/
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cholesterol (pl) αρσενικό

  1. η χοληστερίνη, η χοληστερόλη



Σλοβακικά (sk)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cholesterol (sk) αρσενικό

  • cholesterol - στην Slovníkový portál Jazykovedného ústavu Ľ. Štúra SAV [Πύλη λεξικών του Ιδρύματος Γλωσσολογίας Λ. Στουρ, Σλοβακική Ακαδημία Επιστημών] (στα σλοβακικά), https://slovnik.juls.savba.sk, 2003–2025



Τσεχικά (cs)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cholesterol (cs) αρσενικό

  1. η χοληστερίνη, η χοληστερόλη