chouchou

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό 1[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό chouchou chouchoux
θηλυκό chouchoute chouchoutes

chouchou (fr)

  1. (οικείο) κάποιος ή κάτι που προτιμιέται

Open book 01.svg Ουσιαστικό 2[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
chouchou chouchoux

chouchou (fr) αρσενικό

  1. (οικείο) μικρό υφασμάτινο εξάρτημα, με λάστιχο, που συγκρατεί τα μαλλιά

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Είναι ένα από τα 7 ουσιαστικά που έχουν τον πληθυντικό τους σε -x. Ορίστε ολόκληρη η λίστα:

bijou - caillou - chouchou - genou - hibou - joujou - pou