chowany

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

chowany < μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος chować

Προφορά[επεξεργασία]

chowany 

Μετοχή[επεξεργασία]

chowany (pl)

  1. κρυμμένος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chowany (pl)

  1. κρυφτό (παιδικό παιχνίδι)