chrząstka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

chrząstka 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chrząstka (pl) θηλυκό

  1. ο χόνδρος