chwileczka

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

chwileczka < υποκοριστικό του chwilka < υποκοριστικό του chwila

Προφορά[επεξεργασία]

chwileczka 

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

chwileczka (pl) θηλυκό

  1. η στιγμούλα, το λεπτούλι