Μετάβαση στο περιεχόμενο

cilia

Από Βικιλεξικό

Κατωιταλικά (grk-ita)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
cilia < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική κοιλία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cilia (cilìa)