Μετάβαση στο περιεχόμενο

cipollina

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cipollina cipolline

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
cipollina < cipolla + υποκοριστικό επίθημα -ina

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cipollina (it) θηλυκό