Μετάβαση στο περιεχόμενο

circulatoire

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
circulatoire circulatoires

Επίθετο

[επεξεργασία]

circulatoire (fr) αρσενικό ή θηλυκό