Μετάβαση στο περιεχόμενο

circumcision

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
circumcision circumcisions

circumcision (en)