circumspection

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

circumspection (en)

  • μεγάλη προσοχή στα δεδομένα μιας υπόθεσης ώστε να αποφευχθεί μια αρνητική εξέλιξη·περίσκεψη