cirrostratus
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- cirrostratus < → λείπει η ετυμολογία
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
|---|---|
| cirrostratus | cirrostratus |
cirrostratus (fr) αρσενικό
- (μετεωρολογία) το θυσανόστρωμα